Η εφηβεία φέρνει μαζί της ερωτήματα που δύσκολα βρίσκουν απάντηση σε ένα βιβλίο ή σε μια σύντομη αναζήτηση. Οι γονείς συχνά βρίσκονται ανάμεσα στην ανησυχία και στην αβεβαιότητα, (μήπως κάνω κάτι λάθος;, μήπως αυτό που βλέπω είναι σοβαρό;, πώς να βοηθήσω χωρίς να πιέσω;).
Αυτές οι ερωτήσεις δεν έχουν μόνο μία σωστή απάντηση, γιατί κάθε έφηβος, κάθε οικογένεια και κάθε σχέση είναι μοναδική. Οι απαντήσεις που ακολουθούν δεν είναι συνταγές και δεν αντικαθιστούν την ατομική συμβουλευτική υποστήριξη. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αφορμή για μία διαφορετική ματιά, σε συνδυασμό με το ένστικτο του κάθε γονέα για το παιδί του.
Τι είναι φυσιολογικό στην εφηβεία και τι όχι;
Αυτή η ερώτηση κρύβει μια σημαντική υπόθεση: ότι υπάρχει μία ‘φυσιολογική’ εφηβεία.
Στην πραγματικότητα, η εφηβεία δεν είναι μια σταθερή διαδρομή που εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο για όλα τα παιδιά.
Κάποιοι έφηβοι απομακρύνονται περισσότερο από τους γονείς τους, άλλοι όχι. Κάποιοι γίνονται πιο εσωστρεφείς, άλλοι πιο έντονοι ή αντιδραστικοί. Κάποιοι ψάχνουν συνεχώς την παρέα, ενώ άλλοι χρειάζονται περισσότερο χρόνο μόνοι τους.
Συχνά οι γονείς αναζητούν μια ξεκάθαρη γραμμή ανάμεσα στο ‘φυσιολογικό’ και το ‘ανησυχητικό’. Όμως πολλές συμπεριφορές στην εφηβεία δεν μπορούν να κατανοηθούν μόνο μέσα από λίστες συμπτωμάτων ή γενικούς κανόνες. Χρειάζεται να μπορούμε να δούμε τους εφήβους μέσα από το συνολικό πλαίσιο: την προσωπικότητα τους, τις σχέσεις, το σχολείο, την οικογένεια, την εποχή και την κοινωνία που μεγαλώνουν.
Αυτό θα μπορούσε να μας δώσει μία άλλη ματιά είναι αντί να αναρωτιόμαστε ‘Είναι φυσιολογικό αυτό;’ να δούμε:
- Τι μπορεί να προσπαθεί να εκφράσει μέσα από αυτή τη συμπεριφορά;
- Πότε ξεκίνησε;
- Πώς επηρεάζει την καθημερινότητά του;
- Υπάρχει χώρος να μιλήσει χωρίς να φοβάται ότι θα κριθεί;
Αυτό δεν σημαίνει ότι ‘όλα είναι φυσιολογικά’ ή ότι αγνοούμε δυσκολίες. Υπάρχουν στιγμές που μια έντονη αλλαγή στη διάθεση, η απόσυρση, οι δυσκολίες στο σχολείο ή στις σχέσεις χρειάζονται περισσότερη προσοχή και υποστήριξη.
Ας θυμόμαστε ότι η εφηβεία δεν είναι μόνο μία περίοδος προβλημάτων προς διόρθωση. Είναι και μία περίοδος αναζήτησης ταυτότητας, δοκιμών, αμφισβήτησης και προσπάθειας να απαντηθεί το δύσκολο ερώτημα: ‘Ποια/ος είμαι και πώς θέλω να υπάρχω μέσα στον κόσμο;’
Και πολλές φορές, αυτό που βοηθά περισσότερο τους εφήβους δεν είναι ένας γονιός που έχει όλες τις απαντήσεις, αλλά που μπορεί να παραμείνει παρών και σε επαφή μαζί τους ακόμα και μέσα στις δύσκολες στιγμές.
Γιατί δεν μου μιλάει όπως παλιά;
Πίσω από αυτή την ερώτηση υπάρχει συχνά ένας φόβος. (Μήπως δεν με χρειάζεται πια; μήπως έχει χαθεί η σχέση μας;)
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η σχέση δεν έχει χαθεί. Αλλάζει μορφή και αυτό αποτελεί ένα φυσιολογικό κομμάτι της εφηβικής ανάπτυξης.
Στην εφηβεία, πολλά παιδιά αρχίζουν να κρατούν περισσότερα πράγματα για τον εαυτό τους. Όχι απαραίτητα επειδή δεν εμπιστεύονται τους γονείς τους, αλλά επειδή προσπαθούν να δημιουργήσουν έναν πιο ξεχωριστό εαυτό, μία δική τους εσωτερική ζωή, έναν χώρο που να τους ανήκει.
Για πολλούς γονείς αυτό μπορεί να μοιάζει με απόσταση ή απόρριψη. Ιδιαίτερα όταν θυμούνται ένα παιδί που μιλούσε πιο αυθόρμητα, ζητούσε περισσότερη επαφή ή μοιραζόταν πιο εύκολα όσα ένιωθε.
Όμως η σύνδεση στην εφηβεία συχνά δεν εξαφανίζεται. Αλλάζει μορφή.
Μπορεί να μη συμβαίνει πια μέσα από μεγάλη διάδραση αλλά να υπάρχει σε μικρές στιγμές:
- σε ένα σχόλιο μέσα στο αυτοκίνητο,
- σε ένα αστείο,
- σε μια ερώτηση αργά το βράδυ,
- ή απλώς στο ότι συνεχίζει να αναζητά την παρουσία του γονιού, ακόμη κι όταν δείχνει το αντίθετο.
Πολλές φορές, όταν αγχωνόμαστε να ‘ξαναγίνει όπως πριν’, μπορεί άθελα μας να πιέζουμε τον έφηβο να επιστρέψει σε μια προηγούμενη μορφή σχέσης που δεν ταιριάζει πια στην ηλικία του.
Αυτό δε σημαίνει ότι ο γονιός πρέπει να αποσυρθεί ή να σταματήσει να ενδιαφέρεται. Αντίθετα, σημαίνει να παραμείνει διαθέσιμος χωρίς να απαιτεί διαρκώς άνοιγμα ή εξομολογήσεις.
Κάποιες φορές οι έφηβοι μιλούν περισσότερο όταν νιώθουν ότι δε θα ‘ανακριθούν’, δε θα διορθωθούν αμέσως και δεν θα χρειαστεί να δικαιολογήσουν όλα όσα αισθάνονται.
Ίσως λοιπόν το ζητούμενο να μην είναι να επιστρέψει η σχέση ‘όπως παλιά’, αλλά να χτιστεί σιγά σιγά μια νέα μορφή σύνδεσης, πιο κοντά στην ηλικία και τις ανάγκες που έχουν τώρα.
Πώς βάζω όρια χωρίς να απομακρύνεται;
Η ερώτηση υπονοεί ότι τα όρια και η σχέση βρίσκονται σε αντιπαράθεση. Τα όρια από μόνα τους δεν απομακρύνουν, ο τρόπος που τα θέτουμε όμως μπορεί να κάνει τη διαφορά.
Πολλοί γονείς φοβούνται ότι αν βάλουν όρια θα χαλάσει η σχέση τους με τον έφηβο. Από την άλλη, χωρίς όρια συχνά δημιουργείται ανασφάλεια, ένταση ή μια αίσθηση ότι ‘όλα επιτρέπονται’.
Στην εφηβεία, τα όρια γίνονται πιο σύνθετα. Ο έφηβος χρειάζεται περισσότερη αυτονομία, αλλά εξακολουθεί να χρειάζεται και έναν ενήλικα που να μπορεί να αντέξει τη σύγκρουση χωρίς να αποσύρεται ή να γίνεται υπερβολικά ελεγκτικός.
Τα όρια δεν είναι μόνο κανόνες, αλλά και μέρος της σχέσης. Ένα όριο που συνοδεύεται μόνο από έλεγχο, απειλή ή συνεχείς τιμωρίες μπορεί να οδηγήσει τον έφηβο σε περισσότερη αντίδραση ή απομάκρυνση. Αντίθετα, ένα όριο που συνδυάζεται με σύνδεση, εξήγηση και σταθερότητα βοηθά περισσότερο το παιδί να νιώθει ότι: ‘Κάποιος με φροντίζει, ακόμη κι όταν διαφωνεί μαζί μου.’
Αυτό δε σημαίνει ότι οι έφηβοι θα δεχτούν πάντα ήρεμα τα όρια. Η αντίδραση πολλές φορές είναι μέρος της διαδικασίας διαφοροποίησης. Το ζητούμενο δεν είναι να μην υπάρξει ποτέ ένταση, αλλά η σχέση να μπορεί να αντέχει και την ένταση χωρίς να διαλύεται.
Ίσως βοηθά να θυμόμαστε ότι τα όρια δεν χτίζονται μόνο στις μεγάλες συγκρούσεις, αλλά και στην καθημερινότητα: στον τρόπο που ακούμε, που διαπραγματευόμαστε, που παραμένουμε σταθεροί χωρίς να ταπεινώνουμε ή να απορρίπτουμε τους εφήβους.
- Τα πολλά όρια δημιουργούν τριβή χωρίς νόημα. Μπορείτε να θέτετε λιγότερα, αλλά να είναι σαφή και συνεπή.
- Εξηγείστε το ‘γιατί΄ & αφήστε χώρο για διαπραγμάτευση όπου είναι εφικτό. Οι έφηβοι που νιώθουν ότι η φωνή τους ακούγεται και σέβονται την άποψη τους
Τι μπορώ να κάνω όταν οι συγκρούσεις με τον έφηβο είναι συχνές;
Οι συχνές συγκρούσεις στην εφηβεία κουράζουν και τους εφήβους και τους γονείς. Πολλές φορές πίσω από την ένταση υπάρχει η αίσθηση ότι ‘ό,τι κι αν πω καταλήγει σε καβγά’.
Στην εφηβεία, οι συγκρούσεις συνδέονται συχνά με την ανάγκη του παιδιού να διαφοροποιηθεί, να δοκιμάσει όρια, να εκφράσει τη γνώμη του ή να διεκδικήσει περισσότερο χώρο και αυτονομία. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ένταση είναι ‘καλή’ ή ότι οι γονείς πρέπει απλώς να την αντέχουν χωρίς όρια. Σημαίνει όμως ότι οι συγκρούσεις δεν είναι πάντα ένδειξη αποτυχίας της σχέσης.
‘Τι συμβαίνει ανάμεσά μας μέσα σε αυτούς τους καβγάδες;’
Πολλές φορές οι συγκρούσεις δεν αφορούν μόνο το θέμα της στιγμής, (το κινητό, το διάβασμα ή την ώρα επιστροφής) αλλά βαθύτερες ανάγκες: την ανάγκη του εφήβου να νιώσει ότι ακούγεται, ότι έχει λόγο, ότι δεν ελέγχεται συνεχώς ή ότι δεν κρίνεται μόνο όταν κάνει λάθος.
Κάποιες φορές βοηθά:
- να μη λύνονται όλα πάνω στην ένταση της στιγμής,
- να υπάρχει χρόνος να ηρεμήσουν και οι δύο πλευρές,
- να αποφεύγονται οι χαρακτηρισμοί και οι γενικεύσεις,
- να μπορεί ο γονιός να ξεχωρίζει τη συμπεριφορά από την αξία του παιδιού.
Δεν είναι εύκολο. Ως γονείς έχουμε να διαχειριστούμε και τη δική μας κούραση & απογοήτευση.
Αρκετές φορές αυτό που βοηθά περισσότερο δεν είναι να ‘κερδίσει’ κάποιος τη σύγκρουση, αλλά να διατηρηθεί η σχέση ακόμη και μέσα στη διαφωνία.
Οι έφηβοι δεν χρειάζονται μόνο όρια. Χρειάζονται και την εμπειρία ότι μπορούν να θυμώσουν, να διαφωνήσουν ή να δυσκολευτούν χωρίς να κινδυνεύει η σύνδεση τους με τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής τους.
- Δεν είναι όλες οι στιγμές για συζήτηση.
Όταν τα συναισθήματα είναι έντονα, ο στόχος δεν είναι να λυθεί το θέμα, αλλά να πέσει η ένταση. - Ξεχωρίζουμε το θέμα από τη σχέση.
Μπορούμε να διαφωνούμε για κάτι χωρίς να απειλείται η σύνδεση. - Ακούμε για να καταλάβουμε, όχι για να απαντήσουμε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε, αλλά ότι δίνουμε χώρο. - Διαλέγουμε πού θα επιμείνουμε.
Δεν είναι όλα είναι ‘μάχες’. Κάποια είναι όρια, κάποια είναι διαπραγματεύσιμα. - Δίνουμε χρόνο.
Μια σύγκρουση δεν χρειάζεται πάντα άμεση λύση για να έχει νόημα.
Τι ρόλο παίζουν τα social media στην ψυχολογία του εφήβου και πώς το διαχειρίζομαι;
Τα social media αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινής ζωής των περισσότερων εφήβων. Είναι χώρος επικοινωνίας, έκφρασης, διασκέδασης, παρέας, ενημέρωσης αλλά και τρόπος να νιώθουν ότι ανήκουν κάπου. Γι’ αυτό πολλές φορές οι συζητήσεις γύρω από αυτά γίνονται τόσο φορτισμένες.
Συχνά οι ενήλικες βλέπουν μόνο τους κινδύνους ή μόνο τα οφέλη. Η επίδραση τους δεν είναι ίδια για όλους τους εφήβους και δεν εξαρτάται μόνο από τον χρόνο χρήσης.
Για κάποιους εφήβους τα social media μπορεί να λειτουργούν ως χώρος σύνδεσης, δημιουργικότητας ή ανακούφισης. Για άλλους όμως μπορεί να ενισχύουν τη σύγκριση, την ανάγκη επιβεβαίωσης, το άγχος, την αίσθηση ότι πρέπει συνεχώς να “φαίνονται καλά” ή ότι μένουν έξω από όσα συμβαίνουν.
Οι νομοθετικές ρυθμίσεις μπορούν να δώσουν ένα ‘πάτημα’ στους γονείς. Παρ’ όλα αυτά, είτε νωρίτερα είτε αργότερα, κάποια στιγμή τα παιδιά θα εκτεθούν.
Αντί να μείνουμε στα άκρα, (καταστρέφουν τα παιδιά VS δεν πειράζει), μπορούμε να στρέψουμε την προσοχή μας περισσότερο στο πώς χρησιμοποιεί το κάθε παιδί τα social media και τι ρόλο έχουν στη ζωή του.
- Είναι ένας τρόπος επικοινωνίας και ξεκούρασης;
- Ή έχουν γίνει ο βασικός τρόπος να νιώθει αξία και αποδοχή;
- Μπορεί να αποσυνδεθεί χωρίς μεγάλη ένταση ή μοιάζει αδύνατο;
- Υπάρχουν και άλλοι χώροι στη ζωή του όπου νιώθει ότι ανήκει;
Πολλές φορές οι συνεχείς συγκρούσεις γύρω από το κινητό οδηγούν σε έναν φαύλο κύκλο ελέγχου και αντίδρασης. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς δεν χρειάζεται να βάζουν όρια, αλλά ότι συνήθως βοηθά περισσότερο ο διάλογος και το ενδιαφέρον παρά μόνο οι απαγορεύσεις.
Ίσως είναι σημαντικό ο γονιός να προσπαθήσει να καταλάβει τι βρίσκει ο έφηβος εκεί μέσα, αντί να βλέπει μόνο την οθόνη. Γιατί πίσω από την υπερβολική χρήση μπορεί να υπάρχει ανάγκη για σύνδεση, αποφόρτιση, αναγνώριση ή ακόμη και ένας τρόπος να αποφύγει κάτι που τον δυσκολεύει στην πραγματική ζωή.
Και ίσως το πιο δύσκολο σήμερα είναι ότι οι έφηβοι μεγαλώνουν σε έναν κόσμο όπου η εικόνα, η σύγκριση και η συνεχής έκθεση έχουν γίνει σχεδόν μόνιμο περιβάλλον. Γι’ αυτό πολλές φορές δεν αρκεί μόνο να περιορίσουμε τον χρόνο οθόνης, αλλά χρειάζεται να βοηθήσουμε τα παιδιά να χτίσουν και μια σχέση με τον εαυτό τους που να μην εξαρτάται αποκλειστικά από likes, views ή επιβεβαίωση.
Τι κάνω όταν δεν ενδιαφέρεται για το σχολείο;
Η πρώτη παρόρμηση είναι να ‘επαναφέρουμε’ τους εφήβους στον ‘σωστό’ δρόμο, με πίεση, επιβράβευση ή απειλή. Αυτό όμως συχνά μετατρέπει το σχολείο σε πεδίο μάχης ανάμεσα στον γονιό και το παιδί, αντί να παραμένει κάτι που αφορά κυρίως το ίδιο το παιδί.
Πίσω από την ‘αδιαφορία για το σχολείο’ μπορεί να κρύβονται πολλά διαφορετικά πράγματα. Κάποιες φορές είναι η κούραση, άλλες φορές το άγχος απόδοσης που μοιάζει με αδιαφορία, μπορεί να υπάρχει κάποια κοινωνική ή μαθησιακή δυσκολία ή να νιώθει ότι το σχολείο δεν συνδέεται με τίποτα αληθινό στη ζωή του.
Είναι βοηθητικό να αποφεύγουμε χαρακτηρισμούς και ταμπέλες (αδιάφορος/η, ανεύθυνη/ος, κλπ.), που άθελα μας ενισχύουν τα παραπάνω καθώς μπορεί να γίνουν μέρος της ταυτότητας τους. Τότε η σχέση με το σχολείο γίνεται σχέση με την αξία του εαυτού τους.
Το ζητούμενο δεν είναι να αδιαφορήσουμε για το σχολείο. Αλλά να μη χαθεί το παιδί πίσω από τη συζήτηση για τους βαθμούς.
Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε τους εφήβους να νιώσουν ότι ‘με βλέπουν χωρίς να με μετρούν μόνο από τις επιδόσεις μου?’
Πριν από τη συμβουλή, την πίεση ή τη διάλεξη, χρειάζεται χώρος για σύνδεση.
- Μερικές φορές ένας έφηβος δεν χρειάζεται αμέσως λύσεις, αλλά να νιώσει ότι κάποιος αντέχει να ακούσει την απογοήτευση, την κούραση ή την αίσθηση ότι ‘δεν τα καταφέρνω’.
- Μπορούμε να κάνουμε λιγότερες ερωτήσεις για τους βαθμούς & να δείχνουμε ενδιαφέρον και για άλλα κομμάτια της ζωής τους
- Να αναγνωρίζουμε τις προσπάθειες & τα βήματα που κάνουν, όσο μικρά κι αν μας φαίνονται εμάς
- Να αφήνουμε χώρο για συζήτηση χωρίς να οδηγείται πάντα σε συμβουλές, συγκρίσεις ή νουθετήσεις & να βρίσκουμε λίγο χρόνο απλά να υπάρχουμε μαζί.
Πολλές φορές οι έφηβοι κλείνονται περισσότερο όχι επειδή ‘δε νοιάζονται’, αλλά επειδή φοβούνται ότι θα απογοητεύσουν ή ότι θα αξιολογηθούν ξανά. Η σχέση ενός παιδιού με τη μάθηση δεν χτίζεται μόνο μέσα από το διάβασμα. Χτίζεται και μέσα από το αν νιώθει ασφαλές να κάνει λάθη, να δοκιμάσει, να δυσκολευτεί χωρίς να μειώνεται η αξία του.
Και κάποιες φορές, όταν μειώνεται λίγο η ένταση γύρω από το σχολείο, δημιουργείται περισσότερος χώρος για να εμφανιστεί ξανά η περιέργεια, η πρωτοβουλία ή το ενδιαφέρον, όχι επειδή το παιδί πιέστηκε περισσότερο, αλλά επειδή δεν ένιωθε συνεχώς ότι κρίνεται.
Πώς μπορώ να βοηθήσω έναν έφηβο με χαμηλή αυτοπεποίθηση;
Πολλοί γονείς, όταν βλέπουν έναν έφηβο με χαμηλή αυτοπεποίθηση, προσπαθούν αμέσως να τον ‘ανεβάσουν’: να του πουν πόσο ικανός είναι, να τον ενθαρρύνουν ή να τον προστατεύσουν από κάθε απογοήτευση. Παρότι αυτό συχνά γίνεται με αγάπη, η αυτοπεποίθηση συνήθως δεν χτίζεται μόνο μέσα από λόγια ενθάρρυνσης.
Στην εφηβεία, η εικόνα που έχει κάποιος για τον εαυτό του γίνεται πιο ευάλωτη και πιο έντονα συνδεδεμένη με τους άλλους: τους φίλους, το σχολείο, τις επιδόσεις, την εμφάνιση, τα social media, την αποδοχή. Πολλοί έφηβοι συγκρίνουν συνεχώς τον εαυτό τους με εικόνες ‘τελειότητας’ και συχνά νιώθουν ότι υστερούν χωρίς να το λένε ανοιχτά.
Η αυτοπεποίθηση δεν είναι απλώς ένα ‘χαρακτηριστικό’ που κάποιοι έχουν και άλλοι όχι. Διαμορφώνεται μέσα από τις εμπειρίες, τις σχέσεις και τις ιστορίες που αρχίζει να λέει ένας έφηβος για τον εαυτό του.
Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί ακούει συνεχώς ότι είναι ντροπαλό, ανασφαλές, μέτριο ή ‘τεμπελάκι’, αυτές οι περιγραφές μπορεί σιγά σιγά να μετατραπούν σε ταυτότητα.
Γι’ αυτό πολλές φορές βοηθά περισσότερο:
- να δίνουμε χώρο στον έφηβο να δοκιμάζει πράγματα χωρίς υπερβολικό φόβο αποτυχίας,
- να αναγνωρίζουμε την προσπάθεια και όχι μόνο το αποτέλεσμα,
- να ενδιαφερόμαστε για το πώς βλέπει ο ίδιος τον εαυτό του,
- και να αποφεύγουμε τις συνεχείς συγκρίσεις με αδέλφια, φίλους ή ‘παιδιά που τα καταφέρνουν καλύτερα’
Κάτι επίσης σημαντικό είναι ότι η αυτοπεποίθηση δε χτίζεται όταν ο έφηβος δεν δυσκολεύεται ποτέ. Χτίζεται συχνά όταν περνά δυσκολίες αλλά συνεχίζει να νιώθει ότι η αξία του δεν εξαφανίζεται κάθε φορά που αποτυγχάνει.
Ίσως λοιπόν ένας από τους πιο σημαντικούς τρόπους να βοηθήσουμε έναν έφηβο δεν είναι να τον πείσουμε συνεχώς ότι είναι ‘τέλειος’, αλλά να του μεταφέρουμε, μέσα από τη στάση μας, ότι μπορεί να κάνει λάθη, να αμφιβάλλει, να δυσκολεύεται και παρ’ όλα αυτά να παραμένει σημαντικός και αποδεκτός.
Πώς να υποστηρίξω τους εφήβους στο άγχος των εξετάσεων;
Το άγχος των εξετάσεων στην εφηβεία είναι από τις πιο συχνές πηγές έντασης στην οικογένεια, γιατί δεν αφορά μόνο το διάβασμα αλλά και την αίσθηση αξίας, επιτυχίας και ‘επάρκειας΄των εφήβων.
Πολλοί γονείς, με καλή πρόθεση, προσπαθούν να μειώσουν το άγχος λέγοντας πράγματα όπως ‘μην αγχώνεσαι’ ή εντείνοντας την οργάνωση και τον έλεγχο. Όμως το άγχος δεν μειώνεται πάντα με πίεση ή με λογικά επιχειρήματα. Συχνά μειώνεται όταν το παιδί νιώσει ότι δεν είναι μόνο μέσα σε αυτό.
Το άγχος δεν είναι απλώς ένα ‘σύμπτωμα που πρέπει να φύγει’, αλλά μία εμπειρία που λέει κάτι για τη σχέση του εφήβου με την επιτυχία, την αποτυχία και την αποδοχή.
Για παράδειγμα, για πολλούς εφήβους οι εξετάσεις δεν είναι απλώς ένα σχολικό γεγονός. Γίνονται ένας τρόπος να ‘αποδείξουν’ την αξία τους. Αυτό αυξάνει την πίεση και συχνά μπλοκάρει τη συγκέντρωση, αντί να τη βοηθά.
Πρακτικά, ένας γονιός μπορεί να υποστηρίξει τον έφηβο περισσότερο μέσα από τη στάση παρά μέσα από τις οδηγίες:
- να δείξει ενδιαφέρον χωρίς να μετατρέπει κάθε συζήτηση σε έλεγχο
- να βοηθήσει στη δημιουργία ρεαλιστικού ρυθμού διαβάσματος, χωρίς υπερφόρτωση,
- να αναγνωρίζει την προσπάθεια και όχι μόνο την επίδοση,
- να θυμάται ότι η ηρεμία του γονιού συχνά ρυθμίζει και την ένταση του παιδιού.
Επίσης, βοηθά να υπάρχει χώρος για παύση. Ένας έφηβος που νιώθει ότι ‘πρέπει συνεχώς να αποδίδει’, σπάνια μπορεί να ρυθμίσει το άγχος του. Αντίθετα, μικρά διαλείμματα χωρίς ενοχή μπορούν να τον βοηθήσουν να επανέλθει πιο σταθερά.
Σημαντικό είναι επίσης να μην ταυτίζεται η περίοδος των εξετάσεων με τη συνολική αξία του παιδιού. Όταν ο έφηβος νιώσει ότι το αποτέλεσμα δεν καθορίζει το ‘ποιος είναι’, τότε το άγχος σταδιακά γίνεται πιο διαχειρίσιμο.
Και ίσως το πιο υποστηρικτικό μήνυμα που μπορεί να ακούσει μέσα σε αυτή την περίοδο δεν είναι “μην αγχώνεσαι”, αλλά:
‘Είμαι εδώ μαζί σου, ανεξάρτητα από το πώς θα πάνε τα πράγματα.’
Δεν έχει στόχους και κατεύθυνση για το μέλλον
Αυτή η φράση ανησυχεί πολλούς γονείς, γιατί συνδέεται εύκολα με την ιδέα ότι ‘κάτι δεν πάει καλά’ ή ότι το παιδί ‘χάνει τον δρόμο του’.
Στην εφηβεία όμως, η έλλειψη ξεκάθαρων στόχων δεν είναι απαραίτητα ένδειξη προβλήματος.
Συχνά είναι ένδειξη μιας πιο βαθιάς διαδικασίας: ότι ο έφηβος δεν έχει ακόμη σταθεροποιήσει την εικόνα του εαυτού του μέσα στον χρόνο. Και αυτό, σε μεγάλο βαθμό, είναι αναμενόμενο.
Οι έφηβοι δεν ‘πρέπει ήδη να ξέρουν τι θέλουν να γίνουν’. Βρίσκονται σε φάση διερεύνησης ταυτοτήτων, ρόλων και δυνατοτήτων. Σε έναν κόσμο μάλιστα που αλλάζει γρήγορα, οι σταθερές ‘μία κατεύθυνση για όλη τη ζωή’, δε λειτουργούν όπως παλαιότερα.
Πολλές φορές πίσω από το ‘δεν έχει στόχους’ μπορεί να κρύβεται:
- σύγχυση και υπερφόρτωση επιλογών,
- φόβος αποτυχίας (αν διαλέξω κάτι και δεν τα καταφέρω),
- χαμηλή αυτοεκτίμηση,
- έλλειψη χώρου για να σκεφτεί χωρίς πίεση,
- ή απλώς δεν έχει ωριμάσει ακόμη μέσα τους η κατεύθυνση
Αν οι έφηβοι νιώθουν ότι κάθε συζήτηση για το μέλλον καταλήγει σε άγχος, σύγκριση ή πίεση, είναι πιθανό να αποσύρονται περισσότερο από αυτή τη συζήτηση, αντί να τη διερευνούν.
Ίσως λοιπόν αντί για το ‘τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;’, να δοκιμάσει κανείς λίγο διαφορετικές ερωτήσεις, όπως για παράδειγμα:
- Τι σου φαίνεται ενδιαφέρον τελευταία;
- Πότε νιώθεις ότι κάτι σε τραβάει λίγο περισσότερο;
- Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να δοκιμάσεις χωρίς να χρειάζεται να είναι η τελική σου επιλογή;
Η κατεύθυνση στην εφηβεία συχνά δεν εμφανίζεται σαν έτοιμο σχέδιο. Εμφανίζεται περισσότερο σαν μικρές προτιμήσεις, δοκιμές, απορρίψεις και ξανά δοκιμές.
Και πολλές φορές, αυτό που χρειάζεται περισσότερο ένας έφηβος δεν είναι να έχει ήδη απαντήσεις για το μέλλον του, αλλά να νιώθει ότι μπορεί να το εξερευνήσει χωρίς να αποτυγχάνει η αξία του σε κάθε ‘δεν ξέρω’.
Στην εφηβεία, η εικόνα που έχει κάποιος για τον εαυτό του γίνεται πιο ευάλωτη και πιο έντονα συνδεδεμένη με τους άλλους: τους φίλους, το σχολείο, τις επιδόσεις, την εμφάνιση, τα social media, την αποδοχή. Πολλοί έφηβοι συγκρίνουν συνεχώς τον εαυτό τους με εικόνες ‘τελειότητας’ και συχνά νιώθουν ότι υστερούν χωρίς να το λένε ανοιχτά.
Η αυτοπεποίθηση δεν είναι απλώς ένα ‘χαρακτηριστικό’ που κάποιοι έχουν και άλλοι όχι. Διαμορφώνεται μέσα από τις εμπειρίες, τις σχέσεις και τις ιστορίες που αρχίζει να λέει ένας έφηβος για τον εαυτό του.
Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί ακούει συνεχώς ότι είναι ντροπαλό, ανασφαλές, μέτριο ή ‘τεμπελάκι’, αυτές οι περιγραφές μπορεί σιγά σιγά να μετατραπούν σε ταυτότητα.
Γι’ αυτό πολλές φορές βοηθά περισσότερο:
- να δίνουμε χώρο στον έφηβο να δοκιμάζει πράγματα χωρίς υπερβολικό φόβο αποτυχίας,
- να αναγνωρίζουμε την προσπάθεια και όχι μόνο το αποτέλεσμα,
- να ενδιαφερόμαστε για το πώς βλέπει ο ίδιος τον εαυτό του,
- και να αποφεύγουμε τις συνεχείς συγκρίσεις με αδέλφια, φίλους ή ‘παιδιά που τα καταφέρνουν καλύτερα’
Κάτι επίσης σημαντικό είναι ότι η αυτοπεποίθηση δε χτίζεται όταν ο έφηβος δεν δυσκολεύεται ποτέ. Χτίζεται συχνά όταν περνά δυσκολίες αλλά συνεχίζει να νιώθει ότι η αξία του δεν εξαφανίζεται κάθε φορά που αποτυγχάνει.
Ίσως λοιπόν ένας από τους πιο σημαντικούς τρόπους να βοηθήσουμε έναν έφηβο δεν είναι να τον πείσουμε συνεχώς ότι είναι ‘τέλειος’, αλλά να του μεταφέρουμε, μέσα από τη στάση μας, ότι μπορεί να κάνει λάθη, να αμφιβάλλει, να δυσκολεύεται και παρ’ όλα αυτά να παραμένει σημαντικός και αποδεκτός.
Πώς επηρεάζει η παρέα και πότε χρειάζεται να παρέμβω;
Είναι πολύ συχνό στην εφηβεία το παιδί να θέλει να περνά περισσότερο χρόνο με τους φίλους του. Στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι μόνο ‘φυσιολογικό’, αλλά και αναπτυξιακά σημαντικό.
Στην εφηβεία η ομάδα των συνομηλίκων γίνεται ένα από τα βασικά σημεία αναφοράς. Εκεί ο έφηβος δοκιμάζει ρόλους, μαθαίνει να σχετίζεται χωρίς τη συνεχή παρουσία των γονιών και αρχίζει να χτίζει την αίσθηση του ‘ανήκω κάπου έξω από την οικογένεια’.
Αυτό όμως συχνά δημιουργεί στους γονείς μια εσωτερική ένταση: από τη μία χαίρονται που το παιδί έχει παρέες, από την άλλη ανησυχούν μήπως απομακρύνεται υπερβολικά ή επηρεάζεται αρνητικά.
Το νόημα που έχουν οι παρέες για κάθε έφηβο μπορεί να είναι διαφορετικό. Τι ρόλο παίζουν οι φίλοι στη ζωή του, τι ανάγκες καλύπτουν και πώς αισθάνεται μέσα σε αυτές τις σχέσεις.
Μπορεί να βοηθήσει να παρατηρήσουμε:
- Αν ο έφηβος επιστρέφει από τις παρέες του με αίσθηση σύνδεσης ή έντονης πίεσης,
- Αν διατηρεί ακόμη κάποια ενδιαφέροντα εκτός παρέας,
- Αν μπορεί να λέει “όχι” ή ακολουθεί πάντα για να μη μείνει εκτός,
- Αν η διάθεση του αλλάζει έντονα ανάλογα με τις κοινωνικές του σχέσεις.
Η παρέμβαση δεν χρειάζεται να ξεκινά από έλεγχο ή απαγόρευση, αλλά από ενδιαφέρον και σχέση. Συχνά οι έφηβοι ανοίγονται περισσότερο όταν δεν νιώθουν ότι η παρέα τους είναι ήδη ‘υπό δίκη’.
Όταν όμως υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι η παρέα οδηγεί σε συμπεριφορές που ανησυχούν σοβαρά, τότε έχει νόημα μια πιο ενεργή και σταθερή γονεϊκή στάση, όχι απαραίτητα τιμωρητική, αλλά προστατευτική.
Συχνά το πιο δύσκολο σημείο για τον γονιό είναι να βρει τη λεπτή ισορροπία: να μην απομακρύνεται από το παιδί για να ‘μην παρεμβαίνει’, αλλά και να μην εισβάλλει τόσο έντονα ώστε να σπάει η εμπιστοσύνη.
Και ίσως τελικά το βασικό ερώτημα να μην είναι μόνο ‘τι παρέα έχει;’, αλλά και ‘έχει χώρο να μου μιλήσει αν κάτι τον/την δυσκολέψει μέσα σε αυτή την παρέα;’.
Πώς διαχειρίζομαι τη δική μου ανησυχία;
Στην εφηβεία, όσο το παιδί απομακρύνεται και διεκδικεί περισσότερο χώρο, τόσο πιο εύκολα ενεργοποιείται η ανησυχία του γονιού. Και αυτή η ανησυχία, αν δεν αναγνωριστεί, συχνά μετατρέπεται σε πίεση, έλεγχο ή συνεχείς ερωτήσεις.
Η ανησυχία δεν είναι λάθος, είναι πληροφορία. Το θέμα είναι πώς την επεξεργαζόμαστε.
Μερικές φορές βοηθά να κάνουμε μια εσωτερική διάκριση:
- άλλο η δική μου αγωνία,
- και άλλο η πραγματική ανάγκη του εφήβου.
Για παράδειγμα, η ανησυχία μπορεί να λέει ‘κάτι δεν πάει καλά’, ενώ η συμπεριφορά του εφήβου μπορεί απλώς να δείχνει ‘είμαι σε φάση αλλαγής’.
Πρακτικά, βοηθά συχνά:
- να δίνουμε χρόνο πριν αντιδράσουμε (όχι άμεσες παρεμβάσεις μέσα στην ένταση),
- να βρίσκουμε άλλους τρόπους εκτόνωσης της δικής μας ανησυχίας (συζήτηση με έναν ενήλικα, όχι με το παιδί ως μοναδικό αποδέκτη),
- να αποφεύγουμε τις επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις που μοιάζουν με έλεγχο,
- και να παρατηρούμε αν αυτό που μας ανησυχεί είναι ένα σταθερό μοτίβο ή μια προσωρινή φάση.
Ένα σημαντικό σημείο είναι ότι οι έφηβοι ‘διαβάζουν’ πολύ εύκολα το συναισθηματικό κλίμα του γονιού. Όταν ο γονιός είναι έντονα ανήσυχος, ακόμη κι αν δεν το λέει, το παιδί συχνά το αντιλαμβάνεται και μπορεί να απομακρυνθεί περισσότερο για να προστατευτεί.
Γι’ αυτό πολλές φορές η ηρεμία δεν είναι απλώς μια τεχνική επικοινωνίας, αλλά ένας τρόπος να διατηρηθεί η σχέση ανοιχτή.
Και ίσως τελικά η πιο δύσκολη αλλά και πιο βοηθητική μετακίνηση είναι αυτή: από το ‘πρέπει να σιγουρευτώ ότι όλα πάνε καλά’ στο ‘μπορώ να είμαι παρών/παρούσα χωρίς να έχω πάντα άμεσες απαντήσεις;’.
Πώς μπορώ να καταλάβω αν ο έφηβος μου χρειάζεται υποστήριξη;
Αυτή είναι μια ερώτηση που συνήθως δεν προκύπτει από υπερβολή, αλλά από μια εσωτερική αίσθηση του γονιού ότι ‘κάτι έχει αλλάξει’.
Στην εφηβεία πολλές αλλαγές είναι φυσιολογικές: περισσότερη ανάγκη για ιδιωτικότητα, μεταπτώσεις στη διάθεση, απόσταση από τους γονείς, εναλλαγές ενδιαφερόντων. Όμως το ζητούμενο δεν είναι να ξεχωρίσουμε με απόλυτη ακρίβεια το ‘φυσιολογικό’ από το ‘μη φυσιολογικό’, αλλά να παρατηρήσουμε τη διάρκεια, την ένταση και κυρίως τη λειτουργικότητα του παιδιού στην καθημερινότητά του.
Οι έφηβοι δε χρειάζεται να αντιμετωπίζονται ως ένα ‘σύνολο συμπτωμάτων’, αλλά ως άνθρωποι μέσα σε σχέσεις και περιβάλλοντα.
Γι’ αυτό η ερώτηση μετατοπίζεται από το: ‘Τι έχει;’
στο:
‘Πώς είναι αυτή η εμπειρία για τους ίδιους και για το περιβάλλον τους;’
Μερικά σημάδια που συχνά δείχνουν ότι ίσως χρειάζεται περισσότερη υποστήριξη είναι:
- μια παρατεταμένη αλλαγή στη διάθεση,
- έντονη απόσυρση από φίλους ή δραστηριότητες που πριν τον ενδιέφεραν,
- σημαντική πτώση στη λειτουργικότητα στο σχολείο ή στην καθημερινότητα,
- συνεχής ένταση στο σπίτι που δεν υποχωρεί,
- ή μια αίσθηση ότι “δεν αναγνωρίζουμε το παιδί μας όπως πριν”.
Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η ανάγκη για βοήθεια δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ‘κάτι πάει πολύ λάθος’. Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι ο έφηβος δυσκολεύεται να διαχειριστεί μόνος του αυτό που του συμβαίνει, κάτι που στην εφηβεία είναι αρκετά συχνό.
Ίσως ένα από τα πιο βοηθητικά πράγματα για έναν γονιό δεν είναι να ψάξει αμέσως μια διάγνωση ή μια απάντηση, αλλά να αρχίσει να παρατηρεί με πιο ήρεμο τρόπο:
Είναι αυτό κάτι που περνάει ή κάτι που επιμένει;
Ο έφηβος/η, υποφέρει ή απλώς αλλάζει;
Και μερικές φορές, η πιο σημαντική κίνηση δεν είναι να έχουμε όλες τις απαντήσεις, αλλά να κρατήσουμε ανοιχτό τον διάλογο, ώστε να νιώσουν ότι υπάρχει διαθέσιμος ενήλικας δίπλα τους, όχι για να τους αξιολογήσει, αλλά για να τους ακούσει.